Κοινωνική Φοβία

Κοινωνική φοβία

Ως κοινωνική φοβία ορίζεται ο έντονος, παράλογος φόβος για απλές καθημερινές κοινωνικές καταστάσεις. Ενώ λοιπόν για τους πιο πολλούς ανθρώπους το να συναντήσουν τυχαία κάποιον παλιό συμμαθητή στο δρόμο είναι μια ευχάριστη συνάντηση, για τον άνθρωπο που πάσχει από κοινωνική φοβία είναι κάτι που θα προσπαθήσει να αποφύγει και που αν δεν τα καταφέρει θα είναι αφορμή για άγχος, σκέψεις ότι δεν μίλησε όπως «έπρεπε», ότι φάνηκε ανόητος. Αυτός είναι ο πιο μεγάλος φόβος του, ότι μπορεί να γίνει ρεζίλι και άρα αντικείμενο αρνητικού σχολιασμού. Η σκέψη που ενεργοποιεί αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα είναι ότι δεν θα καταφέρει να τα βγάλει πέρα σε κάτι, όταν υπάρχουν γύρω άλλοι άνθρωποι που παρατηρούν και φυσικά αυτός ο φόβος είναι ακόμη πιο έντονος όταν υπάρχουν γύρω άγνωστα πρόσωπα.

Εξαιτίας του άγχους εμφανίζονται πολλά σωματικά συμπτώματα, όπως εφίδρωση, αίσθημα ζάλης, κοκκίνισμα, στομαχικές ενοχλήσεις, κόμπος στο λαιμό, τρέμουλο στη φωνή, μέχρι και κρίση πανικού. Και εδώ είναι που αρχίζει ο φαύλος κύκλος. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος που έχει κοινωνική φοβία δίνει υπερβολική έμφαση στα σωματικά του συμπτώματα, φοβάται ότι αυτά θα γίνουν αντιληπτά από τους άλλους, θα προδώσουν την αδυναμία του. Έτσι αγχώνεται ακόμα περισσότερο με αποτέλεσμα τα σωματικά συμπτώματα να γίνονται με τη σειρά τους πιο έντονα.

Οι πιο συχνοί φόβοι είναι ο φόβος του να μιλήσει μπροστά σε κόσμο, να φάει η να γράψει μπροστά σε άλλους, να πει τη γνώμη του παρουσία άλλων ανθρώπων, να πιάσει κουβέντα σε μια παρέα. Σε επίπεδο προσωπικότητας συνήθως είναι άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση, δίνουν πολύ μεγάλη σημασία στη γνώμη των άλλων, είναι πολύ ευαίσθητοι στην κριτική και την απόρριψη.

Και πράγματι το πρόβλημα σε πολλές περιπτώσεις φτάνει να είναι τόσο έντονο όπου κάποιος μπορεί να αποφεύγει τις κοινωνικές εκδηλώσεις, να αντιμετωπίζει δυσκολία να πάει στη σχολή του ή στη δουλειά του, να αδυνατεί να εμπλακεί σε κάποια ομαδική δραστηριότητα και τελικά να απομονώνεται στην ασφάλεια που προσφέρει η μοναχικότητα του.

Ως προς τη συχνότητα, φαίνεται να είναι όλο και περισσότεροι οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της κοινωνικής φοβίας. Η μέση ηλικία έναρξης είναι γύρω στα 15 χρόνια ζωής. Επιπλέον, συνυπάρχει με κατάθλιψη, γενικευμένο άγχος, ή χρήση αλκοόλ και ουσιών σε μια προσπάθεια του ατόμου να βρει τρόπους να αντιμετωπίσει λανθασμένα το άγχος του.

Οι παράγοντες που ενοχοποιούνται για την εμφάνιση της κοινωνικής φοβίας είναι πολύ και σύνθετοι. Εμπλέκονται κληρονομικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Ένα αυστηρό- τιμωρητικό περιβάλλον μπορεί να δημιουργήσει αισθήματα ενοχής και φοβίες, ενώ ένα σωματικό μειονέκτημα, ιστορικό συναισθηματικής κακοποίησης και ιστορικό χλευασμού στην παιδική ηλικία είναι κάποιοι ακόμα αιτιολογικοί παράγοντες.

Η κοινωνική φοβία δεν είναι μια απλή κατάσταση άγχους που μπορεί να τη διαχειριστεί και να την ξεπεράσει κάποιος από μόνος του. Η καταλληλότερη θεραπεία είναι γνωσιακή ψυχοθεραπεία. Βασικοί στόχοι είναι η διαχείριση του άγχους, η γνωσιακή αναδόμηση δυσλειτουργικών πεποιθήσεων, η διδασκαλία κοινωνικών δεξιοτήτων, η διαχείριση της πιθανής απόρριψης και σταδιακή έκθεση στο φοβικό ερέθισμα.
Όταν ο πανικός σου χτυπά την πόρτα…

Θα σπάσει η καρδιά μου, θα τρελαθώ, δεν μπορώ να ανασάνω, πνίγομαι, θα τρελαθώ….κάπως έτσι θα ακούσεις να μιλάνε όσοι είχαν μια εμπειρία κρίσης πανικού. Πρόκειται για μια απροσδόκητη, ξαφνική επίθεση από έντονο άγχος, από πανικό. Και πράγματι, αν και διαρκεί συνήθως λίγα λεπτά της ώρας είναι τόσο έντονη αυτή η επίθεση που ο φόβος ότι μπορεί να ξανασυμβεί είναι τέτοιος, ώστε και η απλή σκέψη μπορεί να πυροδοτήσει ένα νέο επεισόδιο πανικού. Ο φόβος ότι μπορεί να συμβεί εκ νέου ένα επεισόδιο ωθεί το άτομο να αποφεύγει καταστάσεις όπου υπάρχει άγχος ή απλά καταστάσεις στις οποίες οι πιθανότητές επανεμφάνισης πανικού είναι περισσότερες. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις ακριβώς βρίσκεσαι να αποφεύγεις τα πιο πολλά από τα πράγματα που συνήθιζε σαν κάνεις.
Οι βόλτες με τους φίλους λιγοστεύουν, οι έξοδοι είναι όλο και πιο σπάνιες, το να πας στη σχολή ή στη δουλειά δεν είναι ρουτίνα όπως παλιά και όλο και πιο συχνά «επιλέγεις» να μείνεις μόνος ή να είσαι με κάποιο πρόσωπο που νιώθεις ασφαλής ( συμπεριφορά ασφαλείας προκειμένου να βγεις από το σπίτι).
Αν και κατά τη διάρκεια της κρίσης τα σωματικά συμπτώματα «χτυπάνε κόκκινο» (τρέμουλο, ταχυκαρδία, τάση λιποθυμίας, αίσθημα ζάλης, σπασμοί, ιδρώτας, πόνος στο στήθος) δεν κινδυνεύει η σωματική υγεία του ατόμου. Ωστόσο, είναι τόσο έντονη η σκέψη «τι θα γίνει αν το ξαναπάθω;» (άγχος αναμονής) και τόσος μεγάλος ο φόβος που την ακολουθεί που στην ουσία καταστρέφεται η ποιότητα της ζωής του πάσχοντος, με αποτέλεσμα να μειώνεται η λειτουργικότητα και να δημιουργούνται προβλήματα σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο.

Η κρίση πανικού μπορεί να είναι μία ή μπορούν να εμφανιστούν κάποια επεισόδια πανικού. η συχνότητα διαφέρει από άτομο σε άτομο και μπορεί να είναι μία φορά την εβδομάδα, μια φορά το μήνα, καθημερινά ή πολλές φορές μέσα στην ημέρα. Συχνά και επαναλαμβανόμενα επεισόδια πανικού συνιστούν τη διαταραχή πανικού. Σε κάποιες περιπτώσεις δεν φαίνεται να υπάρχει μια φανερή αιτιολογία που προκάλεσε τον πανικό, ενώ άλλες φορές ένα έντονο στρεσογόνο γεγονός (απώλεια, χωρισμός), ένα πρόβλημα υγείας, το να χάσεις ξαφνικά τη δουλειά σου, η υπερβολική κατανάλωση καφέ ή η χρήση ναρκωτικών ουσιών μπορεί να οδηγήσουν σε κρίση πανικού.

Συχνά συνυπάρχει και με αγοραφοβία, καθώς το άτομο τείνει να αποφεύγει μέρη στα οποία μπορεί να προκληθεί ένα επεισόδιο και από τα οποία η διαφυγή θα είναι δύσκολη, όπως εμπορικά κέντρα, μέσα μαζικής μεταφοράς). Επιπλέον, τείνει να συνδέει ένα επεισόδιο πανικού με την κατάσταση που αυτό συνέβη και έτσι να γενικεύει και να «σπέρνει τον πανικό» σε όλο και πιο πολλές καταστάσεις. Για παράδειγμα, αν τύχει να πάθει πανικό όταν πέρασε από ένα συγκεκριμένο δρόμο, μπορεί αν αποφεύγει να περάσει και πάλι από εκεί, φοβούμενος ότι αυτό θα φέρει ένα νέο επεισόδιο.
Αν και είναι απαραίτητο να εξετασθεί οργανικά ο άνθρωπος που πάσχει από διαταραχή πανικού για να αποκλείσουμε κάποια οργανική παθολογία, η θεραπεία που συνίσταται είναι η ψυχοθεραπεία με πολύ καλά αποτελέσματα.  Μάλιστα, για να έρθει κάποιος στο γραφείο ενός ψυχολόγου περνάει συνήθως αρκετός καιρός, αφού έχει πρώτα περάσει από καρδιολόγους, παθολόγους και άλλους γιατρούς.